διασκεδάζω

διασκεδάζω
1. μετ.
1) разгонять, рассеивать (скуку, сомнения и т. п.); 2) развлекать, забавлять, веселить; 2. αμετ. 1) развлекаться, забавляться; веселиться; рассеиваться; 2) кутить, пировать, гулять;

διασκεδάζω με κάτι — забавляться чём-л.


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "διασκεδάζω" в других словарях:

  • διασκεδάζω — disperse pres subj act 1st sg διασκεδάζω disperse pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζω — διασκεδάζω, διασκέδασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διασκεδάζω — (AM διασκεδάννυμι Μ και διασκεδάζω) διασκορπίζω, αποδιώχνω νεοελλ. 1. ψυχαγωγώ, προκαλώ σε κάποιον ευθυμία, ευχαρίστηση 2. ψυχαγωγούμαι, μετέχω σε διασκέδαση αρχ. 1. διαλύω («τὸν στρατὸν διεσκέδασε») 2. εξαφανίζω 3. ( ομαι) (για φήμη) διαδίδομαι …   Dictionary of Greek

  • διασκεδάζω — διασκέδασα, διασκεδάστηκα, διασκεδασμένος 1. διαλύω και διασκορπίζω δυσάρεστα συναισθήματα: Διασκέδασα τις ανησυχίες μου. 2. ψυχαγωγώ, κάνω κάποιον να περνάει ευχάριστα: Πάντα μας διασκεδάζει η παρέα σου. 3. περνώ ευχάριστα, ψυχαγωγούμαι: Δεν έχω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διασκεδάζῃ — διασκεδάζω disperse pres subj mp 2nd sg διασκεδάζω disperse pres ind mp 2nd sg διασκεδάζω disperse pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζει — διασκεδάζω disperse pres ind mp 2nd sg διασκεδάζω disperse pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζοντα — διασκεδάζω disperse pres part act neut nom/voc/acc pl διασκεδάζω disperse pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζοντι — διασκεδάζω disperse pres part act masc/neut dat sg διασκεδάζω disperse pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζουσι — διασκεδάζω disperse pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διασκεδάζω disperse pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζουσιν — διασκεδάζω disperse pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διασκεδάζω disperse pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδαζομένη — διασκεδάζω disperse pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»